.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Οι Ιταλοί αποκρύπτουν την καταγωγή των Ελλήνων της Απουλίας και Καλαβρίας


Στην Ιταλία χρησιμοποιούνται για τη μελέτη της Ιταλικής γλώσσας βιβλία γραμμένα από πανεπιστημιακούς (καθηγητές γλωσσολογίας, διαλεκτολόγους), τα οποία αφιερώνουν κεφάλαια για την προέλευση της καθεμιάς Ιταλικής διαλέκτου....

Βέβαια ασχολούνται και με τα αλλόγλωσσα ιδιώματα της Ιταλικής χερσονήσου (Αλβανικά, Προβηγκιανά), μέσα στα οποία εντάσσονται και τα Ελληνικά ιδιώματα της νοτίου Ιταλίας (Μεγάλης Ελλάδας).

Τα ιδιώματα αυτά είναι αρχαίες Eλληνικές διάλεκτοι, ζωντανά κομμάτια του πολιτισμού της Μεγάλης Ελλάδας, τα οποία επιβίωσαν μέσα στους αιώνες και ακόμη και σήμερα προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στο γλωσσικό επεκτατισμό της Ιταλικής γλώσσας.

Φυσικά κι οι άνθρωποι, που κατοικούν στον χώρο της νότιας Ιταλίας, είναι κι αυτοί Έλληνες, καταγόμενοι απ’ τους Έλληνες της Μ. Ελλάδας. Ακόμη και σήμερα οι ίδιοι παντού λένε: «Είμεστα άττην Μάγκνα Γκρέτσια».

Οι Ιταλοί αποκρύπτουν την καταγωγή των Ελλήνων της Απουλίας και Καλαβρίας



Όμως, παρ’ όλες τις έρευνες του Χατζιδάκι και του Rolhfs, οι οποίοι με μέθοδο την επιστημονική γλωσσική ανάλυση των διαλέκτων αυτών αποδεικνύουν την ελληνική καταγωγή τους και φέρνουν στο φως τις ρίζες τους, οι οποίες είναι Μεγαλοελλαδικές, και μολονότι οι έρευνες αυτές του Rolhfs και του Χατζιδάκι αποτελούν την ιστορική αποκατάσταση του πολιτισμού της Μεγάλης Ελλάδας και της προβολής των Ελληνικών στοιχείων, που συνδέουν τις διαλέκτους αυτές με την αρχαία Δωρική διάλεκτο, απ’ την οποία απορρέουν, και η οποία δεν σταμάτησε να ομιλείται εδώ και πάνω από 20 αιώνες, στην σημερινή επιστημονική κοινότητα της Ιταλίας τα πράγματα είναι διαφορετικά.

α. Οι γλωσσολόγοι – διαλεκτολόγοι στην Ιταλία προβάλλουν και επιβάλλουν μέσα απ’ τα βιβλία τους τις δογματικές τους απόψεις ανατρέχοντας στις απόψεις των Morosi, Parlangeli κ.ά., οι οποίοι υποστηρίζουν, ότι ο Ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας προέρχεται εξ ολοκλήρου από βυζαντινούς αποίκους και ότι τα ιδιώματά του είναι γεμάτα από Βυζαντινές λέξεις.

Αυτή η θεωρία, η οποία χάρις στους Rolhfs και Χατζιδάκι ανετράπη, επειδή ήταν ιστορικά και γλωσσολογικά ανακριβής, στερούμενη ιστορικών δεδομένων, και κατασκεύασμα αυτών των ερευνητών, οι οποίοι ήθελαν να αποδείξουν με δικό τους τρόπο το πέρασμα από την μεσαιωνική εποχή στους νεότερους χρόνους, για να δικαιολογήσουν την ιστορική συνέχεια της Iταλικής ιστορίας, αυτή η θεωρία λοιπόν έχει μπει στα βιβλία κάποιων Ιταλών επιστημόνων σήμερα και εξηγείται απ’ τους ίδιους με «ιστορικά» επιχειρήματα, ενώ παράλληλα καταλαμβάνει σημαντική θέση στα Ιταλικά πανεπιστήμια.

Ας δούμε λεπτομερώς τί λένε οι οπαδοί της και πως εξηγούν τις θέσεις τους γύρω απ’ αυτό το λεπτό ζήτημα.

β. Μέσα από τα βιβλία αυτά δημιουργείται η εντύπωση, ότι η Αρχαιοελληνική καταγωγή των κατοίκων και των διαλέκτων της κάτω Ιταλίας είναι κάτι υπερβολικό, μιας και αρχαίοι Έλληνες στον Μεσαίωνα δεν υπάρχουν και ότι η βυζαντινή κυριαρχία ήταν αυτή που έφερε τους Έλληνες στην Νότια Ιταλία.



Φυσικά ο Ελληνισμός της Μ. Ελλάδας ουδέποτε εξαλείφθηκε λόγω της μακρόχρονης ρωμαϊκής παρουσίας και ενισχύθηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους με τον ερχομό πολλών Βυζαντινών αποίκων. Οι αρχαίες ελληνικές ρίζες, η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των πληθυσμών αυτών έμειναν αναλλοίωτα, όπως κι η γλώσσα τους, η οποία δεν άλλαξε μορφή και διατήρησε τον αρχαίο χαρακτήρα της.

Οι Έλληνες γλωσσολόγοι Χατζιδάκις, Σ. Καρατζάς, Σ. Καψωμένος καθώς κι ο Γερμανός γλωσσολόγος Gerhard Rolhfs υποστηρίζουν, ότι ο νεώτερος Ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας είναι ο συνεχιστής του μεγαλοελλαδικού πολιτισμού, που επιβίωσε μέσα στους αιώνες. Όπως επί λέξει αναφέρει ο Γ. Χατζιδάκις, η «Ελληνική γλώσσα εξηκολούθησεν ομιλουμένη αδιαλείπτως από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον εν Ιταλία».

Ο Rolhfs με το «Λεξικό των διαλέκτων των τριών Καλαβριών» και με την έρευνα «Γλωσσικές ανασκαφές στην Μεγάλη Ελλάδα» εκθέτει την αρχαιοελληνική προέλευση των ιδιωμάτων αυτών, των οποίων μερικές λέξεις είναι τόσο αρχαίες, ώστε δεν συναντώνται σε καμιά από τις διαλέκτους της σημερινής Ελλάδας.

Πρώτος ο Γ. Χατζιδάκις διετύπωσε τις αμφιβολίες του γύρω απ’ τη θεωρία του Morosi, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να εξαφανίσθηκε η ελληνική γλώσσα στην Κάτω Ιταλία κατά τους αρχαίους χρόνους, εφ’ όσον στη σημερινή γλώσσα των Eλληνοφώνων διατηρούνται αρχαίες λέξεις και δωρικά στοιχεία, τα οποία δεν υπάρχουν σε καμιά από τις νεοελληνικές διαλέκτους και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να είχαν μεταφερθεί από βυζαντινούς αποίκους.

Όσο για τις ομοιότητες, που παρουσιάζουν το ιδιώματα αυτά με μερικές απ’ τις σημερινές διαλέκτους, αυτές οφείλονται στο γεγονός, ότι κι αυτά τα ιδιώματα, όπως οι ελληνικές διάλεκτοι, κληρονόμησαν κάποια χαρακτηριστικά από την κοινή.

Και τώρα ας περάσουμε στην καταγραφή των αυθαίρετων απόψεων και των συμπερασμάτων που βγάζουν κάποιοι Ιταλοί επιστήμονες, με σκοπό να αποκρύψουν την πραγματικότητα για εξουσιαστικούς σκοπούς.



Πρώτο βιβλίο. Claudio Marazzini, «La Lingua Italiana, Profilo Storico» (Η ιταλική γλώσσα, ιστορικό σχεδίασμα), εκδόσεις Il Mulino, Bologna 1994, σελίδα 426: «Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει για την προέλευση των ελληνικών αποικιών.

Δύο όμως είναι οι θέσεις, οι οποίες είναι αντίθετες, δίχως να μπορούμε να επιλέξουμε με σιγουριά είτε την μία είτε την άλλη» (σημ.: εδώ υπονοεί, ότι η λέξη Καλλίπολις και η λέξη Συρακούσαι δεν ξέρουμε αν είναι ελληνικές ή βυζαντινές, άρα δεν μπορούμε να καθορίσουμε την προέλευσή τους).

Φυσικά ο συγγραφέας του παραπάνω εγχειριδίου αναφέρει αποσπασματικά τη θέση του Rolhfs, αλλά δεν τοποθετείται επί του θέματος ούτε δείχνει να είναι κατάλληλα ενημερωμένος γύρω από το θέμα αυτό. Γι’ αυτό άλλωστε προτείνει στους αναγνώστες του να μην ταχθούν ούτε με την μία ούτε με την άλλη άποψη, επειδή θεωρεί, ότι κι οι δύο είναι ατεκμηρίωτες!

Όσον αφορά στο δεύτερο πανεπιστημιακό εγχειρίδιο, τούτο φέρει τον τίτλο, «Storia Linguistica Origini» και έχει γραφεί από τον Francesco Sabatini (εκδόσεις Argo, Lecce, 1997). Στη σελίδα 295 αναφέρονται τα εξής: «Αλλά και η βυζαντινή κυριαρχία στη χώρα μας ήταν αρκετά μεγάλη και πολύχρονη, αλλά η γλωσσική της επιρροή ήταν πιό περιορισμένη και συγκεντρώνεται μέχρι στιγμής σε λίγες περιοχές:

Στο Σαλέντο, στην κεντρική και νότια Καλαβρία και στη Σικελία το ελληνικό στοιχείο παίρνει στοιχεία, που μεταδόθηκαν απ’ τις αρχαίες ελληνικές αποικίες (σ.σ. αλλά δεν εξηγεί, ποιά είναι αυτά), αλλά στο μεγαλύτερο μέρος αυτά οφείλονται στη βυζαντινή κυριαρχία».



Σύμφωνα με τις απόψεις του Francesco Sabatini (και άλλων οι οποίοι λένε ότι οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας έχουν βυζαντινή καταγωγή) οι βυζαντινοί ήταν αυτοί που δημιούργησαν τα ιδιώματα αυτά, μιας και ίχνη των αρχαίων Ελλήνων δεν υπάρχουν. Και μας δίνει τα παραδείγματα:

Καλλίπολις, Πενταδάκτυλος (Βουνό της Καλαβρίας), Πολίτης, Καλός, παρατηρώντας ότι είναι λέξεις, που οι βυζαντινοί τις επινόησαν, αγνοώντας προφανώς ότι οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «Καλός», «πόλις», «πέντε», «δάκτυλος» κλπ.

Εδώ είναι φανερή η διαστρέβλωση με σκοπό την παρουσίαση καθαρά αντιεπιστημονικών απόψεων σε φοιτητές πανεπιστημίου.

Αυτές οι απόψεις είναι «σημείο αναφοράς» των Ιταλών γλωσσολόγων και διαλεκτολόγων, οι οποίοι αποκρύπτουν αυτά τα οποία ο Rolhfs με τη μέθοδο της επιστημονικής έρευνας, με τη λαογραφία και τη σύγκριση των ελληνικών διαλέκτων με τις αντίστοιχες της Μ. Ελλάδας έχει αποδείξει και αρκούνται σε επιφανειακές αναφορές παραποιώντας την ιστορία και θάβοντας κάθε τι Eλληνικό.

Στο τρίτο βιβλίο των C. Grassi, Tullio Telmon, A. Sobrero με τίτλο «Fondamenti di Dialettologia Italiana», εκδόσεις Laterza, Μπάρι 1997, αναφέρεται στην σελίδα 90, κεφάλαιο «Οι αλλόγλωσσες διάλεκτοι»: «Η ελληνική διάλεκτος ομιλείται σε καμιά δεκαριά χωριά της επαρχίας του Λέτσε:



Καλημέρα, Καστρινιάνο Ντέι Γκρέτσι, Κοριλιάνο ντ’ Οτράντο, Μαρτάνο, Μαρτινιάνο, Μελπινιάνο, Στερνατία, Τζολλίνο, Σολέτο, στην επαρχία του Ρήγιου της Καλαβρίας: Μπόβα, Ρόκκα Φόρτε Ντέλ Γκρέκο, Ροχούδι, Γκόριο, Γκαλιτσιάνο, Κοντοφούρι, Αμεντολέα.

«Είναι 20.000 ελληνόφωνοι, των οποίων ο Rolhfs υποστιρίζει τη μεγαλοελλαδική προέλευσή τους (σημ. δηλαδή ότι είναι οι άμεσοι απόγονοι των Ελλήνων της Μ. Ελλάδας), ενώ το μεγαλύτερο μέρος των επιστημόνων θεωρεί ότι πρόκειται για Bυζαντινούς αποίκους ή για εκμάθηση της Eλληνικής γλώσσας των βυζαντινών αποίκων απ’ τους αυτόχθονες λαούς της νότιας Ιταλίας» (σημ. δηλαδή οι αυτόχθονες αυτοί λαοί δεν είναι Έλληνες από παλιά!).

Aπό την παραπάνω έρευνα εξάγεται, ότι οι απόψεις των Ιταλών γλωσσολόγων και διαλεκτολόγων δεν τιμούν την επιστήμη, την οποία οφείλουν να υπηρετούν με γνώμονα την αλήθεια, παράλληλα δε εξυπηρετούν καθαρά εξουσιαστικά και ανθελληνικά συμφέροντα και προσπαθούν να κρύψουν την αλήθεια.

Ολοκληρώνοντας αξίζει να θυμηθούμε και τα λόγια του «προφήτη» της ιταλικής λογοτεχνίας Πιέρ Πάολο Παζολίνι (έπεσε θύμα των φασιστικών ομάδων και της ιταλικής πολιτικής εξουσίας), που, πριν δολοφονηθεί στην περιοχή Όστια της Ρώμης, σε ομιλία του στο Λέτσε για την Eλληνική διάλεκτο του Σαλέντου την είχε χαρακτηρίσει σαν την «πιό αρχαία» και την ποίηση που είναι γραμμένη σ’ αυτήν «ανώτερη μορφή κάθε άλλης ποιήσεως, επειδή εκφράζει τέλεια τα συναισθήματα, τις χαρές και τις λύπες των απλών ανθρώπων». Και τέλος αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια του V. Domenico Palumbo, ποιητή της Καλημέρας, που αγωνιζόταν,

«για να μην πεσαίνει η γκλώσσα ντική μα, η γκλώσσα του Ομέρου, πόναι μεγκάλη ως ετσείνο....»


Υ.Γ. Στο βιβλίο των T. Tellmon – C. Grassi υπάρχει ακόμη μια ένδειξη του γεγονότος ότι αποκρύπτεται η αλήθεια γύρω απ’ την καταγωγή των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας: «είναι αβέβαιο το γεγονός ότι η Eλληνική μειονότητα είναι αυτόχθονη ή προέρχεται από συνεχείς μεταναστατεύσεις» (σελ. 91).

Καθαρά προσβλητική0 αυτή η διαπίστωση, τη στιγμή που στο βιβλίο κατατάσσονται οι Προβηγκιανοί στην ομάδα των «αυτοχθόνων γλωσσικών μειονοτήτων», μολονότι έχουν έρθει απ’ τη νοτιοανατολική Γαλλία και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Αόστης (Vallee D’ Aoste).

Σωτήριος Μπεκάκος

[Πηγή]

Το είδαμε εδώ