Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Οι Καλιτσαγκαριές


Πάντα διερωτόμουνα αν υπήρχαν ποτέ καλικάντζαροι στο νησί ή καλιτσαγκαριές, όπως λέγαμε τ’ αερικά αυτά στο Καστελλόριζο.
Να υπήρχαν παλιότερα; Η μάμμη μου, η Αλεξάνδρα του Τούλουζα, ήταν κατηγορηματική στο θέμα αυτό....

«Ναι, Βαγγέλη μου. Οι καλιτσαγκαριές ήσαν στης Γιελλούς το ρυάτσι· ετσιά εκάθουνταν τσ’ εκατεβαίναν στο «Γιαλό» τη νύχτα· τα μεσάνυχτα πού ’ταν «σίζη-μίζη» -σκοτάδι βαθύ και ησυχία απόλυτη- τσ’ επιάναν το χορό· τσ’ όταν ε πετεινός λαλούσεν, εφεύγαν... Μιά νύχτα λοιπόν, μωρό μου, ετσοιμούνταν ε μπάρμπα Παναής στη βάρκαν του. Έψαλλεν τσε στην εκκλησιά ε κακόμαρος τσ’ επήαν ε καλιτσαγκαριές τσ’ εσηκώσαν την άγκουρα της βάρκας. 'Έκουσέν τας που επιάσασι τα κουπιά κι εφωνάξαν «σία τσε στην Τσύπρο» τσε άξαφνα, μωρό μου, ευρέθη ε μπάρμπας μας στην Τσύπρο...
Έπιασεν που λες τσε μιάν πέτρα γιά σουμάδι τσ’ έφερέν την μαζίν του γιά να τον πιστέψουν».
Εγώ, καθόμουνα και την άκουα και με φόβο εκοίταζα το «παράσιο» μας, μη τυχόν και κατεβεί καμιά καλιτσαγκαριά και με αρπάξει· κι όλο κρατούσα τό «πικάμισό» της για να προφυλάγομαι!

Είχε, όμως, και τούς υπνοβάτες.
Δυό - τρεις γυναίκες που το βράδυ βγαίναν ντυμένες και πήγαιναν στα «χωράφια», στην πλατεία τ’ ʼι-Κωστάντινου και χορεύγαν. Καμιά φορά τις έπιανε κανένας νυχτογυριστής και τις εξυπνούσε και μετά τις πήγαινε πίσω στο σπίτι τους.
«Κατασταυρώθου μωρό μου γιατί αυτή ’ναι αρρώστια αγιάτρευτη...» έλεγε η μάμμη μου.

Έκαμνα κι εγώ το σταυρό μου κι έλεγα:
-«Ιησούς Χριστός νικά τσ’ ε Τσυρά ε Παναγιά βούλα τα κακά σκορπά».
Εγώ, όμως, το νου μου τον είχα στον μπάρμπα Παναή, που πήε κι ήρθε από την Κύπρο μονονυκτιάς...

Απ’ τον καιρό π'’ άκουσα την παραπάνω Ιστορία, κύλησαν πολλά, πάρα πολλά χρόνια.
Βρέθηκα στην Κύπρο. Πόθος παλιός η επίσκεψη στο πολύπαθο νησί, που εκπληρώθηκε τώρα στα γεράματα με την ευκαιρία γάμου Καστελλοριζιάς ανιψιάς με Κυπραίο γαμπρό...
Δυό εκδρομές στη Λεμεσό και την Πάφο γύρισαν το νου μου εβδομήντα τρία χρόνια πίσω... στα παραμύθια με τις Νεράιδες και τ’ αερικά, που μ’ έλεγεν η μάμμη μου.

Ο ξεναγός μας, πηγαίνοντας στην Πάφο, μας δείχνει ένα μεγάλο «καγιά» στη θάλασσα κι ένα μικρό, πού έχει όνομα η «πέτρα του Ρωμιού». Σ’ αυτήν την πέτρα, μας λέγει, η Αφροδίτη έκαμνε τό μπάνιο της κι ο Απόλλωνας στεκόταν κρυφά κι εθαύμαζε το κάλλος της . . .
Αμέσως πάλι, ο νους μου πήγε στον μπάρμπα Παναή κι έζησα ξανά τις μεγάλες εκείνες νύχτες, που κρατώντας το «πικάμισο» της μάμμης μου άκουα με δέος απ’ τό στόμα της τις διηγήσεις, που θέριευγαν την παιδική μου φαντασία.

Τά Φώτα, που ρίχναν το Σταυρό στη θάλασσα, όλα έφευγαν και ζώδια και καλιτσαγκαριές και αερικά... Ενικούσεν ο Χριστός!

Ενθυμούμαι μετά που πολούσαν οι εκκλησιές, όλοι οι παπάδες με «επικεφαλής» τον παπα - Θεοδόση, που ’ταν αρχιερατικός επίτροπος της Μητρόπολης Πισιδίας, όπου υπαγόμασταν, ξεκινούσαν απ’ το μητροπολιτικό ναό τ’ ʼι-Κωνστάντινου και με τα «ξεφτέρια», τα φανάρια, τα λάβαρα και τους Δημογέροντες κοντά στους παπάδες, κατέβαιναν στον «Κάο».

Απού τον «Κάο», ίσαμε το «Γιαλό» χιλιάδες ο κόσμος... Όλα τα σπίτια να θυμιάζουν. Οι γυναίκες με το ένα χέρι να βαστούν το θυμιατήρι, με τ’ άλλο αναμμένο κερί... Όλες οι καμπάνες χτυπούσαν. Οι βάρκες με τους βουτηχτάδες έτοιμους να ριχτούν στα κρύα νερά. Τους έγλεπα γυμνούς κι εκρύωνα εγώ. Με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου...» ο παπάς έριχνε το Σταυρό στη θάλασσα.

«Τι χαρά! Φωτιστήκαν τα νερά», έλεγεν ο κόσμος κι έκαμναν τό σταυρό τους.
Ένας που’ πιανε το Σταυρό, είχε το δικαίωμα να τον γυρίζει σ’ όλα τα σπίτια και τα καφενεία για ευλογία και να εισπράττει και για τον κόπο του μαϊδιά.
Στο λιμάνι όλα τα καράβια σημαιοστολισμένα. Όλο χαρά και αγάπη. Έτσι τέλειωναν οι γιορτές «των Χριστουγέννω και των Φωτώ»…
Toυ
ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Δ. ΣΠΑΡΤΑΛΗ

* Ευάγγελος Δ. Σπάρταλης, Καστελλορίζιος θυμόσοφος, από ένστικτο και πείρα σοφός, άνθρωπος του μόχθου, της καθημερινότητας, μας άφησε πλούτο «θύμισες» της πατρίδας του, του μικρού Καστελλόριζου.

** Η διαλογή των κειμένων εγινε από τον Κ. Τσαλαχούρη.

[Πηγή]